Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Labor Day (2014)!



Μετά από αρκετά προβλήματα με εγκυμοσύνες και ένα διαζύγιο, η Adele αντιμετωπίζει συμπτώματα κατάθλιψης και μεγαλώνει μόνη της τον γιο της. Ένας δραπέτης φυλακών, όμως, τους απαγάγει και τους κρατά ομήρους στο σπίτι τους. Δεν πρόκειται για μία συνηθισμένη όμως ομηρία, καθώς η Adele και ο Frank, ο δραπέτης, ερωτεύονται.
Μία γυναίκα που, όπως αναφέρει και ο πρώην άντρας της, ζει για να αισθάνεται έντονα, μένει ξαφνικά μόνη της, έχοντας ταλαιπωρηθεί συναισθηματικά και σωματικά από δύσκολες εγκυμοσύνες, να μεγαλώνει τον έφηβο γιο της. Ο πρώην άντρας της έχει δημιουργήσει μία νέα οικογένεια, γεγονός που την απομονώνει περισσότερο. Αντιμετωπίζει έντονα συμπτώματα κατάθλιψης. Προσπαθώντας να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση και να βοηθήσει τη μητέρα του, ο γιος της φαίνεται να αναλαμβάνει ευθύνες παραπάνω για την ηλικία του, και προσπαθεί να γίνει ένα "υποκατάστατο" του πατέρα του.
Όταν σε μία από τις σπάνιες εξόδους τους για ψώνια συναντούν έναν δραπέτη φυλακών η ζωή τους θα αλλάξει για πάντα. Ο Frank είναι ένας βαρυποινίτης που έχει κατηγορηθεί για ανθρωποκτονία. Τους  απαγάγει και τους κρατά ομήρους στο σπίτι τους. Από την πρώτη στιγμή όμως η ερωτική ένταση μεταξύ του Frank και της Adele είναι εμφανής, τόσο στους ίδιους, όσο και στον γιο. Η Adele, παρά την κατάθλιψη, έχει την ανάγκη και την έντονη επιθυμία να αισθανθεί ξανά ό,τι νόμιζε πως είχε χάσει. Μία γυναίκα που προσπαθεί να ακροβατήσει ανάμεσα στην απώλεια, την επιθυμία και την μητρότητα. Έχει φτιάξει μία δική της "φυλακή" και ζει μέσα σε αυτή. Από την άλλη, ο Frank, ζει σε μία φυλακή που του επιβλήθηκε, αλλά δεν είναι ένας συνηθισμένος δραπέτης, καθώς όπως φαίνεται από την αρχή, τους συμπεριφέρεται με επιείκεια και προσπαθεί να αποκτήσει καλές σχέσεις μαζί τους, κάτι που δικαιολογείται όταν μαθαίνουμε για το παρελθόν του. Έτσι, η Adele βρίσκει στον Frank την συναισθηματική ένταση, την έλξη και την επιθυμία για αισιοδοξία που πίστευε ότι έχει χάσει, ενώ ο Frank βρίσκει μία οικογένεια που πίστευε ότι είχε χάσει. Και οι δυο τους βρίσκουν την δεύτερη ευκαιρία που επιθυμούσαν. Μία δεύτερη ευκαιρία να ξαναζήσουν τη ζωή που ονειρεύτηκαν και να "ξορκίσουν" το παρελθόν. Θεατής, όμως, όλων αυτών είναι ο Henry, ο γιος της Adele, που προσπαθεί να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Θέλει το καλύτερο για τη μητέρα του αλλά ταυτόχρονα πρέπει να αντιμετωπίσει και τις δικές του συναισθηματικές αλλαγές. Προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις παιδικές του ανασφάλειες και τις εφηβικές του ανησυχίες.
Η σκηνοθεσία του Jason Reitman είναι αρκετά καλή, χωρίς ιδιαίτερες υπερβολές, ίσως ως ένα σημείο αρκετά αναμενόμενη, ενώ το σενάριο βασίζεται στο μυθιστόρημα της Joyce Maynard. Η Kate Winslet είναι για άλλη μία φορά αρκετά καλή, προσπαθώντας να δώσει βάθος στο ρόλο της. Το ίδιο καλός είναι και ο μικρός Henry, μέσα από τα μάτια του οποίου ουσιαστικά βλέπουμε την ιστορία. Εκείνο που ίσως αποδυναμώνει την ταινία είναι το γεγονός πως ενώ το σενάριο ως ιδέα έχει όλες τις προϋποθέσεις να δημιουργήσει ένταση, συναίσθημα και αγωνία και να αποτελέσει κάποιο είδος ψυχογραφήματος των χαρακτήρων, πολύ γρήγορα αυτά αποδυναμώνονται τόσο με τη συμπεριφορά του Frank (και σίγουρα από τη στιγμή που μαθαίνουμε την ιστορία του) αλλά και από την εξέλιξη της ιστορίας που καταλήγει σε αρκετά κλισέ στοιχεία.
Παρά τις όποιες ενστάσεις που μπορεί να υπάρχουν, στο σύνολό της είναι μία συμπαθητική ταινία με καλές στιγμές και ατάκες και με τις ερμηνείες της Kate Winslet και του Gattin Griffith να ξεχωρίζουν.  Στην ταινία πρωταγωνιστεί και ο Josh Brolin, με αρκετές τρυφερές στιγμές στην ταινία, ενώ συμμετέχει και ο Tobey Maguire


*Πηγές: imdb.com

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Blind Side-Krouela's view!



Allo,allo,
      Τι μου κάνετε blogφιλαράκια μου; Πως μου είστε; Αφήστε εγώ πάλι με πονόλαιμο είμαι και με αψού… Τι την ήθελα τη βόλτα στο Μόντε Σμιθ; Ναι, ναι συννυφάδα εσύ φταις, κάνω καταγγελία-σοκ! Αλλά δεν έχω παράπονο φέτος ήμασταν σαν σιαμαία με τον πονόλαιμο σε σημείο ανησυχητικό.
       Τέσπα, μην σας ζαλίζω με τα δικά μου. Στο προκείμενο. Με αφορμή τη γιορτή της μητέρας, την προηγούμενη Κυριακή (ξέρω άργησα λίγο) είπα να γράψω ένα post σχετικό. Έστω και με μία βδομάδα καθυστέρηση θα ήθελα να σας μιλήσω για μια ταινία που αφορά την μητέρα. Έτσι λοιπόν, είπα να δω μία ταινία που μου συνέστησε η συννυφάδα. Δεν την είχα δει ποτέ ξανά, αλλά μου είχε μιλήσει τόσες φορές για αυτή και ότι πρέπει να σας γράψω για αυτήν. Και ξέρετε κάτι, είχε δίκιο. Είναι μια ταινία που μαζί με μία άλλη που μόλις μου ήρθε στο μυαλό (με την Julia Roberts και τη Susan Sarandon) μεταφέρουν άνετα τι πραγματικά κάνει μια μητέρα για τα παιδιά της-όσα κι αν είναι-και ότι αυτό που πραγματικά χρειάζεται μία μητέρα δεν είναι τίποτε άλλο από «Μία κανονική αγκαλιά».
        Ναι μια απλή κανονική αγκαλιά. Αυτό με συγκίνησε σε αυτή τη ταινία. Η πρωταγωνίστρια Sandra Bullock πήρε όσκαρ για αυτή την ερμηνεία της  δικαιολογημένα (χωρίς να ξέρω με ποιες ήταν συνυποψήφια), αφού ενσάρκωσε και συνδύασε άριστα και σε ανησυχητικό βαθμό όλους τους ρόλους στους οποίους η γυναίκα σήμερα, καλείται να ανταποκριθεί. Σύζυγος, επαγγελματίας, νοικοκυρά, γυναίκα, σύντροφος και φυσικά πάνω από όλα ΜΗΤΕΡΑ. Μητέρα, μάνα μανούλα, μαμά.  Στο Blind Side ελληνιστί «Μια σχέση στοργής» είδα μια γυναίκα που με προβλημάτισε, με συγκίνησε, είδα και λίγη Κρουέλα στον τρόπο με τον οποίο χειριζόταν κάποιες καταστάσεις.
      Τώρα τι βλέπουμε στο έργο. Βλέπουμε μια πετυχημένη επαγγελματία, ευτυχισμένη σύζυγο και μητέρα δύο παιδιών του μικρού και αξιαγάπητου Jae και της έφηβης Lily, να παίρνει υπό την προστασία της ένα παιδί εγκαταλελειμμένο από τους γονείς και τη μοίρα. Το γεγονός ότι ήταν διαφορετικού χρώματος δεν την εμπόδισε στο να κάνει πράξη αυτό που ήθελε. Μέχρι το τέλος περίμενα να δω και παραξενεύτηκα που δεν εκμεταλλεύτηκε ο BIG Mike -όπως τον αποκαλούσαν όλοι εκτός από την Leigh-Anne- το παρελθόν του για να τους κερδίσει. Και εκείνοι βέβαια δεν τον πίεσαν.
      Πρόκειται για την αληθινή ιστορία του Μάικλ Όχερ, ενός αμυντικού της ομάδας Baltimore Ravens της Εθνικής Ομοσπονδίας Αμερικανικού Ποδοσφαίρου των ΗΠΑ (NFL). Στην ηλικία των 7, ο Μάικλ πάρθηκε από τη ναρκομανή μητέρα του και από τότε αλλάζει παρένθετες οικογένειες, τις οποίες εγκαταλείπει μετά από λίγο καιρό και καταλήγει να μένει άστεγος στις κακόφημες γειτονιές του Μέμφις. Το μεγάλο σώμα του, η ικανότητά του στα αθλήματα καθώς και ο αθώος και υπερπροστατευτικός χαρακτήρας του, καταφέρνουν να τον βάλουν σε ένα χριστιανικό σχολείο. Εκεί συνεχίζει να είναι μοναχικός και απόμακρος. Η Λι Αν Τουόχι, μητέρα των Σ.Τζ. και Κόλινς Τουόχι, θα πάρει τον Μάικλ στο σπίτι της και θα τον κάνει μέλος της οικογένειάς της. Η Λι Αν θα αναλάβει να τον βοηθήσει να τελειώσει το σχολείο και να περάσει σε κάποιο κολέγιο ώστε να μπορέσει να παίξει σε κάποια μεγάλη ομάδα.
        Τον έβαλε μέσα στο σπίτι της χωρίς να ρωτήσει για το παρελθόν του. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να είναι ασφαλής και αυτή την ασφάλεια την βρήκε στο σπίτι της οικογένειας Τουόχι. Όταν πλέον θέλει να τον ρωτήσει αν θέλει να μείνει εκεί μαζί τους, ο τρόπος που το κάνει είναι πονηρούλης και συγκινητικός. Αφού ως δυνατή γυναίκα που είναι δεν ήθελε να ξέρει κανείς ότι το ήθελε όσο τίποτα άλλο για αυτό άλλωστε στην ερώτησή της «Θες να μείνεις μαζί μας;» πριν την μοναδική απάντησή του «Δεν θέλω να πάω κάπου αλλού» έρχεται και συμπληρώνει ότι αν είναι να μείνει να του φτιάξει το δωμάτιο γιατί κατέστρεψε έναν καναπέ 10.000 δολαρίων (χαχαχαχαχα!).
      Και έρχομαι να σας πω ότι αποδεικνύεται περίτρανα ότι μητέρα, μάνα, μαμά δεν είναι μόνο εκείνη που γεννά ένα παιδί αλλά εκείνη που το μεγαλώνει, που του δίνει όλη την αγάπη και τη φροντίδα που έχει ανάγκη. Που είναι δίπλα του και στα καλά και στα άσχημα. Και όλα αυτά ανεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, ηλικίας, πνευματικής διαύγειας. Μία μητέρα νομίζω -χωρίς να έχω γίνει μητέρα- μπορεί να αισθανθεί την αγάπη που νιώθει για τα βιολογικά της παιδιά (ίσως όχι με την ίδια ένταση) και για άλλα παιδιά, με έναν μαγικό τρόπο. Αυτό το ένστικτο το μητρικό ρε παιδί μου άλλο πράμα. Κι όταν γράφω όχι με την ίδια ένταση, μην παρεξηγηθώ, απλά δεν μπορώ να φανταστώ πόσο μεγάλη και αστείρευτη μπορεί να είναι η αγάπη της μητέρας (αν και τη ζω ως αντικείμενο λατρείας), απλά εννοώ ότι μια μάνα θεωρώ ότι έχει τεράστια αποθέματα αγάπης και όταν δει ότι μπορεί μέσα στην καρδιά της να μοιράσει ή να έχει κι άλλη μία ύπαρξη (αν μου επιτρέπεται αυτός ο όρος) που τη χρειάζεται και φυσικά θέλει και η ίδια να δώσει, να μοιράσει απλόχερα την αγάπη, την φροντίδα της και ό,τι άλλο μπορεί να προσφέρει, θα το κάνει ο κόσμος να χαλάσει.
     Αυτό το βλέπουμε ξεκάθαρα στην ταινία. Μία μητέρα που ενάντια στις όποιες δυσκολίες στάθηκε δίπλα του, βράχος ακούνητος. Πολύ έντονα συναισθήματα διακρίνει κανείς και στη συνάντηση της Λι Αν με την πραγματική μητέρα του Μάικ. Μία συνάντηση αναπάντεχη, από την οποία αυτό που κατάλαβα είναι ότι αυτή η μάνα η ναρκομανής, έχοντας επίγνωση της κατάστασής της δεν ήθελε με τίποτε να στιγματίσει το παιδί της –ένα από τα πολλά- γι’ αυτό και δέχτηκε όσο σκληρό κι αν ήταν να πάρει η πρόνοια από κοντά της τον μικρό Μάικ.
       Και ξέροντας ότι η μητέρα μου δεν πρόκειται να διαβάσει το post δεδομένου ότι εγώ της τα δείχνω που και που, λέω να επωφεληθώ της ευκαιρίας και να πλέξω το …εγκώμιό της. Τη μητέρα μου την αγαπώ, την αγαπώ πολύ, μπορεί να μην της το δείχνω με τον κλασικό τρόπο με αγκαλιές, με φιλιά, αλλά την αγαπώ. Ποτέ δεν μπήκα στη διαδικασία να σκεφτώ ποιον αγαπώ περισσότερο τη μητέρα μου ή τον πατέρα μου, γιατί είναι οι γονείς μου, δεν μπορώ να διακρίνω ούτε να ξεχωρίσω αυτά τα 2 πρόσωπα που με έφεραν στη ζωή και έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να γίνω σωστός (μην γελάσει κανείς) άνθρωπος στην κοινωνία. Αυτό ήταν το μέλημά τους, η ανησυχία τους. Πέρα από το να είμαι υγιής, στόχος τους ήταν και συνεχίζει να είναι για τη μητέρα μου να είμαι ένας σωστός και χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία. Γι’ αυτό άλλωστε και η μητέρα μου παραιτήθηκε από τη δουλειά της πριν γεννηθώ (αφού από τους παππούδες οι μεν ήταν Αθήνα και οι δε μεγάλοι σε ηλικία), προκειμένου να γίνουν όλα σωστά, βέβαια ήταν κι ο μπαμπάς που έλεγε ότι αν έρθει νταντά δεν μπορούν να είναι σίγουροι. Κι αν δεν μασήσω σωστά το μήλο και μου κάτσει; οεο… κι άλλα πολλά τέτοια…
      Που λέτε τη μητέρα μου την αγαπώ και της το δείχνω τελείως ανορθόδοξα. Εξαιτίας ενός οικογενειακού συμβάντος, γίνομαι λίγο φρικ-μάνιακ ,που λένε και οι νέοι σήμερα στην αργκό (μην παρεξηγηθώ και εγώ νέα είμαι αλλά δεν μου πολυαρέσει αυτή η αλλοίωση της ελληνικής γλώσσας) με τα θέματα υγείας, με αποτέλεσμα από το πρωί μέχρι το βράδυ να την πρήζω με το αν είναι καλά, αν πονά πουθενά μέχρι που με βρίζει να την αφήσω ήσυχη και τότε είναι που καθησυχάζω ότι είναι καλά. Εννοείται ότι τσακωνόμαστε σαν το σκύλο με τη γάτα, υπάρχουν στιγμές που δεν θέλουμε να δούμε η μία την άλλη, να μην μιλάμε, αλλά ό,τι και να γίνει ξέρω ότι είναι δίπλα μου όπως και εκείνη ξέρει πώς ό,τι κι αν συμβεί θα είμαι δίπλα της. Άλλωστε τώρα εδώ και  3 χρόνια πλέον που είμαστε τα δύο μας, στηριζόμαστε η μία στην άλλη, εξαρτιόμαστε η μία από την άλλη.
       Στην αρχή βέβαια των τριών αυτών χρόνων όλη αυτή η αγάπη, υπήρχαν στιγμές που με έπνιγε. Ξέρω ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση, αφού πλέον δεν είχε κάπου αλλού να την εναποθέσει αλλά κι εγώ δεν ήμουν στα καλύτερα μου. Ξαφνικά ήρθα αντιμέτωπη με τόσα πολλά κι ανέλαβα τόσες ευθύνες που …ένιωσα να χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου. Κι όλα αυτά μέχρι να πάρω τα πάνω μου και να γίνω εγώ πλέον ο στυλοβάτης αυτής της οικογένειας, που από τότε δεν έχει σταματήσει να στηρίζει και να εμψυχώνει τη μητέρα (έτσι την αποκαλώ την κυρία Βιβίκα που λέει και η Σοφία) τις στιγμές που πέφτει και τα βλέπει όλα μαύρα κι άραχνα.
    Τεσπα, κλείνοντας όλοι ξέρουμε ότι δεν είναι εύκολο να είσαι μητέρα, αν ήταν θα το έκαναν και πατεράδες γι’αυτό και ο Oscar Wilde  έχει πει ότι «Κάθε γυναίκα καταλήγει να είναι σαν τη μητέρα της. Αυτό είναι η τραγωδία της. Κανένας άντρας δεν καταλήγει σαν τη μητέρα του. Αυτή είναι η δική του τραγωδία»…
                                                                         Xoxo,Κρουέλα.